ανελλήνιστος

ανελλήνιστος
-η, -ο
1. αυτός που, όταν γράφει ή μιλά, δεν ακολουθεί τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας: Αυτά που γράφει είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος ανελλήνιστα.
2. αυτός που δεν είναι σύμφωνος με τα ελληνικά ήθη και έθιμα: Το στόλισμα δέντρου τα Χριστούγεννα το θεωρούσε έθιμο ανελλήνιστο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ανελλήνιστος — η, ο (Α ἀνελλήνιστος, ον) [ελληνίζω] 1. μη ελληνικός, μη σύμφωνος με τους κανόνες της Ελληνικής, σόλοικος* ή βάρβαρος* 2. αυτός που δεν ξέρει ή ξέρει πολύ λίγο την ελληνική γλώσσα …   Dictionary of Greek

  • ἀνελλήνιστον — ἀνελλήνιστος not Grecian masc/fem acc sg ἀνελλήνιστος not Grecian neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”